Αναζήτηση
  • Κωνσταντίνος Μουτσιάνας

Ακρίβεια, ο ορατός κίνδυνος για την οικονομία.

του Κωνσταντίνου Μουτσιάνα.

Από τα βασικά χαρακτηριστικά της ακρίβειας είναι η δυσκολία πρόβλεψης της έντασης και της διάρκειάς της. Ενώ μπορούμε να εκτιμήσουμε την πιθανή άνοδο στις τιμές των προϊόντων, δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε ασφαλείς εκτιμήσεις για το ποσοστό ανόδου όπως επίσης για το χρονικό διάστημα κατά οποίο οι τιμές θα παραμείνουν ασφαλείς. Στο τελευταίο παίζει ρόλο και το εξής παράδοξο: ενώ οι παραγωγοί και οι προμηθευτές ενσωματώνουν άμεσα τις αυξήσεις στη τιμή του προϊόντος, η αποκλιμάκωση -όταν αυτή είναι εφικτή- γίνεται με πολύ αργούς ρυθμούς. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε ότι τις περισσότερες φορές η άνοδος της τιμής έχει μόνιμα χαρακτηριστικά. Με απλά λόγια: ό,τι ακριβαίνει, σπάνια φθηναίνει.


Τα σενάρια που είχαν διατυπωθεί προς τα τέλη του 2021 για υποχώρηση του πληθωρισμού στις αρχές του έτους που διανύουμε φαίνεται πως ανατρέπονται. Οι υψηλές τιμές στην ενέργεια, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες έχουν πιο μόνιμα χαρακτηριστικά από ότι αρχικά είχαμε εκτιμήσει. Ήδη, ο Υπουργός Οικονομικών κ. Χρήστος Σταϊκούρας προχώρησε άτυπα σε αναθεώρηση του εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για το 2022 από το 1% που είχε αρχικά προβλεφθεί στον κρατικό προϋπολογισμό στο 1,5%-2%. Οι κοινωνικές επιπτώσεις από το μέτωπο της ακρίβειας έχουν αρχίσει να γίνονται ορατές: οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου που ήρθαν τελευταία στους καταναλωτές ήταν “παράλογα” υψηλοί, εξανεμίζοντας εκείνο του τμήμα του διαθέσιμου εισοδήματος που θα κατευθύνονταν προς την κατανάλωση και το λιανικό εμπόριο. Έτσι εξηγείται -σε συνδυασμό με την πανδημία- και ο χαμηλός τζίρος των καταστημάτων ακόμη και κατά την περίοδο των εκπτώσεων. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κάποιος τι θα συνέβαινε αν δεν είχε εφαρμοστεί η επιδότηση τιμολογίων του ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου στα ευάλωτα νοικοκυριά.


Η κυβέρνηση πρέπει να λάβει πολύ σοβαρά υπόψη τον παράγοντα της ακρίβειας. Από τη φύση της, η οικονομική διαχείριση της ακρίβειας σε μια οικονομία είναι δύσκολη δεδομένου ότι προκαλείται από εξωγενείς παράγοντας. Το πρόβλημα, όμως, παραμένει πρόβλημα και απαιτούνται δραστικές λύσεις. Θα πρέπει να υπάρξει κάλυψη του ενεργειακού κόστους των επιχειρήσεων έτσι ώστε να επιτευχθεί ανάσχεση των τιμών των πρώτων υλών και των βασικών ειδών διατροφής. Ταυτόχρονα θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ ένα πιο εντατικό πλαίσιο ελέγχου των τιμών για να αποφευχθούν φαινόμενα “αδικαιολόγητης” αύξησης των προϊόντων στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Ήδη, με πρόσχημα τις αυξήσεις στην ενέργεια, στην αγορά εντοπίζονται υπερβολικά υψηλές τιμές που δεν δικαιολογούνται από την ενεργειακή κρίση.


Επιπλέον, και ίσως να είναι το πιο αποδοτικό μέτρο ενάντια της ακρίβειας, θα πρέπει να προχωρήσουμε άμεσα στη μείωση των συντελεστών ΦΠΑ για τα τρόφιμα στο πλαίσιο του περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου που υπάρχει για την ελληνική οικονομία.

Η πρόσφατη μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 13% αποτελεί ένα πραγματικό μέτρο ελάφρυνσης για πέντε εκατομμύρια πολίτες και συμβάλλει σημαντικά στην αποκλιμάκωση των υψηλών φόρων που καταβάλλει σήμερα το ελληνικό νοικοκυριό ενώ, παράλληλα, θα διοχετεύσει στην αγορά 350 εκ. ευρώ. Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού που θα τεθεί σε ισχύ από τον Μάιο θα στηρίξει σημαντικά το εισόδημα των αδύναμων πολιτών. Για να μην περιοριστούν τα οφέλη των παραπάνω μέτρων από την ακρίβεια, η έγκαιρη διαχείρισή της κρίνεται αναγκαία.


Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Μακεδονία της Κυριακής” στις 05.02.2022


Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων